Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Τα χρονικά των διχασμών: τα ρήγματα που σημάδεψαν τη σύγχρονη ελληνική ιστορία

Η νεότερη ελληνική ιστορία (και η παλαιότερη, αλλά αυτό είναι άλλη, ακόμα πιο μεγάλη ιστορία) έχει, ως γνωστόν, μεγάλη «παράδοση» όσον αφορά στους διχασμούς. 
Τα «χρόνια της κρίσης» επανέφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα των διαφοροποιήσεων με πολιτικό πρόσημο στη χώρα μας.
Το πρώτο παράδειγμα μεγάλης αντιπαράθεσης που δίχασε την ελληνική κοινωνία και πολιτική σκηνή, ως γνωστόν, είναι αυτό που έμεινε στην ιστορία ως «Εθνικός Διχασμός»: η διαμάχη μεταξύ «βενιζελικών» και «βασιλικών/ αντιβενιζελικών» στις αρχές του 20ού αιώνα. Ακολούθησε φυσικά ο Εμφύλιος Πόλεμος και οι συνέπειές του, που σημάδεψαν την ελληνική πολιτική ζωή για δεκαετίες, διαμορφώνοντας με τον δικό τους τρόπο το πρόσωπο της σύγχρονης Ελλάδας, φτάνοντας μέχρι το σήμερα. 





   
  Η έντονη κόντρα γύρω από τις εξελίξεις των τελευταίων ετών εγείρει, από ιστορικής άποψης, το εξής ερώτημα: θα μπορούσε να μείνει το μνημόνιο- αντιμνημόνιο στην ελληνική ιστορία ως άλλος ένας σκληρός διχασμός όπως αυτοί που λάβωσαν βαρύτατα το συλλογικό του νεότερου ελληνισμού; Πρόκειται πραγματικά για μια σύγκρουση τόσο μεγάλης έντασης, ή είναι απλά ένα σημείο των καιρών – μια «χαμηλών λιπαρών» αντιπαράθεση, η οποία πρόκειται να «ξεθωριάσει» μέσα σε μερικά χρόνια;      

Ο Θάνος Βερέμης, ομότιμος καθηγητής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, με ειδίκευση στην Πολιτική Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, εξηγεί σε πρώτη φάση το ιστορικό υπόβαθρο των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας. 
«Η Ελλάδα πάντα ήταν χώρα ελλειμματικού χαρακτήρα όσον αφορά στο ισοζύγιο πληρωμών. Είχε πρόβλημα στην εξαγωγή προϊόντων. Το 19ο αιώνα ήταν αγροτική χώρα και κυρίως με μονοκαλλιέργειες για εξαγωγή, δηλ σταφίδα αρχικά, καπνός μετά κλπ. Είχε πάντα έλλειμμα επισιτισμού κυριολεκτικά γιατί δεν είχε μεγάλες εκτάσεις εκτός από τη Θεσσαλία αργότερα. Ό,τι εξήγαγε σε σταφίδα το εισήγαγε σε δημητριακά, τα υπόλοιπα ήταν έλλειμμα.



Η χώρα άρχισε να γεμίζει τις τρύπες των ελλειμμάτων με την εξαγωγή ανθρώπων, δηλαδή οι Έλληνες της Αμερικής και πολύ αργότερα της Αυστραλίας έστελναν εμβάσματα και κάλυπταν κάπως τα κενά στον προϋπολογισμό».



Όταν έλλειψαν τα εμβάσματα, συμπληρώνει ο κ. Βερέμης, μπήκε στη μέση το συνάλλαγμα από τους Έλληνες ναυτικούς. Αργότερα, άρχισε να παίζει ρόλο ο τουρισμός και «εξελίχθηκε στις “πρώτες βοήθειες” για τους ελλειμματικούς μας προϋπολογισμούς και το εμπορικό μας ισοζύγιο.



Τα κενά τα συμπλήρωνε η Ελλάδα με δάνεια. Οπότε η ιστορία των δανείων είναι μια πολύ παλιά ιστορία, ξεκίνησε από το 1821 και συνεχίστηκε έκτοτε. Αυτά δεν είναι καινούρια – αυτά που είναι κανούρια είναι άλλα φαινόμενα. Όταν ο Τρικούπης επτώχευσε την Ελλάδα, το 1893 («δυστυχώς επτωχεύσαμε») άφησε πίσω ένα τεράστιο έργο υποδομής, οπότε ανέκαμψε γρήγορα η ελληνική οικονομία. 

Όταν πάλι η Ελλάδα επτώχευσε το 1932, εκεί προέκυψε μια αυτάρκεια, δηλαδή με το να σταματήσουν οι εισαγωγές οι Έλληνες άρχισαν να καλλιεργούν, να αναπτύσσουν βιοτεχνίες κλπ. Κάλυψαν λίγο το κενό, ήταν μια κάπως δημιουργική περίοδος, με ελλείψεις μεγάλες βέβαια, τις οποίες όμως ο σημερινός Έλληνας δεν μπορεί να αντέξει, καθώς μιλάμε για άλλο πληθυσμό, ευρωπαϊκών συνηθειών, αν όχι παραγωγικότητας. Εδώ βρισκόμαστε σήμερα».
 













Τα αίτια δημιουργίας των διχασμών. Ο Εθνικός Διχασμός



Ο κ. Βερέμης συνεχίζει, αναφερόμενος στα αίτια των διχασμών. «Τον 19ο αιώνα δεν υπήρχαν διχασμοί, ήταν μάλλον κοινή η πλεύση, καθώς υπήρχαν και καλές πολιτικές ηγεσίες και γενικά συναίνεση, ομόνοια- ενώ είναι αλήθεια ότι και οι ιθύνοντες δεν πολυρωτούσαν τον λαό. Εκλογές γίνονταν, η συμμετοχή δεν ξέρω πόσο μεγάλη ήταν μετά λόγου γνώσεως. Δεν ξέρουμε το ποσοστό των μη ψηφιζόντων. Εν πάσει περιπτώσει, δεν είχαμε διχασμούς τον 19ο αιώνα».


Αυτό φαίνεται να αλλάζει τον 20ό αιώνα. «Όσο βαθαίνει η κοινοβουλευτική δημοκρατία στην Ελλάδα, τόσο πυκνώνουν οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους Έλληνες πολίτες. Ο πρώτος μεγάλος διχασμός, σε “βασιλικούς” και “βενιζελικούς” αρχίζει το 1915-1916 και συνεχίζεται ως τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι μεταξύ συντηρητικών, αν θέλετε, και φιλελεύθερων».

Ο Νίκος Μαραντζίδης, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, κάνει λόγο για την «πρώτη μεγάλη διαίρεση της ελληνικής πολιτικής ζωής».



«Το αντικείμενο του αποκαλούμενου εθνικού διχασμού ήταν η συμμετοχή ή όχι της Ελλάδας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο , διαίρεσε βαθιά την ελληνική πολιτική ζωή και κοινωνία σε δύο στρατόπεδα, που πήρανε διάφορες ονομασίες, Κωνσταντινικοί ή Βενιζελικοί, ή ονομάστηκαν βασιλόφρονες και δημοκρατικοί, με βάση τη διαίρεση πάνω στο πολιτειακό ζήτημα (οπαδοί βασιλείας και της κατάργησής της), ή απλά βενιζελικοί αντιβενιζελικοί. 

Όλες αυτές οι ονομασίες ουσιαστικά αποτυπώνουν τα δύο στρατόπεδα που από το 1915-1917 και ουσιαστικά μέχρι και την έλευση του Μεταξά (4ης Αυγούστου 1936) καθόρισαν τα πολιτικά γεγονότα χονδρικά για τρεις δεκαετίες χονδρικά, κυρίως από το 1915 και το 1920, καθώς και το 1930. Ακόμη και τα γεγονότα της δεκαετίας του 1940 εμπεριέχουν σημαντικά κομμάτια της επίδρασης του εθνικού διχασμού αυτών των δύο στρατοπέδων» σημειώνει ο κ. Μαραντζίδης.




Η Μικρασιατική καταστροφή, η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά και ο Εμφύλιος


Το 1922, συνεχίζει ο κ. Βερέμης, δημιουργεί το δεύτερο μεγάλο ρήγμα: «είναι μια μεγάλη καταστροφή, φέρνει στην Ελλάδα 1.300.000 περίπου πρόσφυγες τελείως ανέστιους, χωρίς χρήματα και περιουσιακά στοιχεία. Αυτοί είναι κυρίως οι “πελάτες” του ΚΚΕ, το οποίο προϋπήρχε μεν, αλλά δημιουργήθηκε και δυνάμωσε μετά το 1922. Πολλοί πρόσφυγες ψηφίζουν ΚΚΕ. Επίσης πολλούς πρόσφυγες απορρόφησε και ο Βενιζελισμός».